|
Недоступен ни однин перевод.
Χλωρίδα
Βιότοποι και φυτικός κόσμος
Οι Βόρειες Σποράδες βρίσκονται στην κλιματική ζώνη όπου επικρατεί η μεσογειακή αείφυλλη σκληρόφυλλη βλάστηση. Τα φυτικά είδη που ευδοκιμούν εδώ είναι άριστα προσαρμοσμένα στο μεσογειακό κλίμα, που χαρακτηρίζεται από ξηρά καλοκαίρια και βροχερούς χειμώνες. Η φύση έχει επινοήσει πολλούς μηχανισμούς προσαρμογής και επιβίωσης, που δεν παύουν να μας εντυπωσιάζουν με την ποικιλία τους και την αποτελεσματικότητα τους. Πολλά φυτά προστατεύονται από την ξηρασία με φύλλα αειθαλή, που καλύπτονται με μια φυσική στρώση κεριού. Σε αυτά ανήκουν μεταξύ άλλων, η αγριελιά (Olea europaea oleaster), η χαρουπιά (Ceratonia siliqua), η λαδανιά (Cistus spec.) και το πουρνάρι (Quercus coccifera). Άλλα φυτά έχουν φύλλα τριχωτά που ανακλούν το φως του ήλιου και έτσι προστατεύονται από τη ζέστη. Παράδειγμα είναι η πικραγγουριά (Ecballium elaterium). Οι καρποί της μοιάζουν με μικρά αγγουράκια που όταν ωριμάζουν, εκτοξεύουν με δύναμη τους σπόρους τους, σε μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή του είδους. Πραγματικοί καλλιτέχνες της επιβίωσης είναι τα παχύφυτα, που έχουν προσαρμοστεί σε ακραίες συνθήκες αναπτύσσοντας την ικανότητα να αποθηκεύουν νερό. Παραδείγματα τέτοιων φυτών είναι τα αμάραντα (είδη του γένους Sedum) και η αντράκλα ή γλυστρίδα (Portulaca oleracea). Σε άλλα φυτά, ολόκληρα τμήματα τους ξυλοποιούνται ή μετατρέπονται σε αγκάθια και προστατεύονται έτσι από τα ζώα που τα τρώνε. Η αστοιβή (Sarcopoterium spinosum), που συνηθίζει να φυτρώνει στα κράσπεδα των δρόμων και ανάμεσα στις ξερολιθιές, είναι ένα χαρακτηριστικό τέτοιο φυτό, όπως και το παλιούρι (Paliurus spina-christi) που φυτρώνει σε θαμνότοπους, φράχτες αλλά και σε σχισμές βράχων. Άλλα φυτά παρακάμπτουν την περίοδο της ξηρασίας και ξεκαλοκαιριάζουν σε μορφή σπόρων ή βολβών μέσα στη γη, για να ξαναζωντανέψουν πάλι με τις πρώτες βροχές. Σε αυτά ανήκουν η σκιλλοκρομμύδα (Urginea maritima) και τα διάφορα είδη από τουλίπες και κρόκους. Τα δάση και οι θαμνότοποι είναι επίσης προσαρμοσμένα στο κλίμα της περιοχής. Στα δάση των Βορείων Σποράδων κυριαρχεί το κοινό πεύκο (Pinus halepensis), που καλύπτει μεγάλο μέρος της Σκοπέλου και ιδιαίτερα το όρος Δελφοί. Ένα άλλο αντιπροσωπευτικό μεσογειακό κωνοφόρο είναι η κουκουναριά (Pinus pinea), η οποία στις Βόρειες Σποράδες απαντάται μόνο στη Σκιάθο, κυρίως στην ομώνυμη παραλία Κουκουναριές. Η κουκουναριά προτιμά αμμώδη και υγρά εδάφη χαμηλού υψομέτρου, γι' αυτό ζει σε παραλίες με άμμο. Πιθανολογείται ότι η κουκουναριά δεν είναι αυτοφυής στη Σκιάθο, αλλά ότι την έφεραν στο νησί οι Ρωμαίοι. Από τις διάφορες πιθανές μορφές αυτοφυούς βλάστησης, θα περίμενε κανείς να επικρατούν αειθαλείς βελανιδιές όπως τα πουρνάρια (Quercus coccifera). Κάποτε υπήρχαν δάση από αειθαλείς βελανιδιές, οι άνθρωποι όμως τα υλοτομούσαν εντατικά ήδη από την αρχαιότητα, και αυτά σταδιακά υποχώρησαν. Το πεύκο, από την άλλη μεριά, είναι αυτοφυές παντού στα νησιά των Βορείων Σποράδων, μεγαλώνει γρήγορα και εύκολα κυριαρχεί. Η εξάπλωση του βοηθήθηκε και από τον άνθρωπο, που χρησιμοποιούσε το ξύλο του, και σήμερα είναι πλέον πολύ διαδεδομένο. Το πεύκο φυτρώνει και σε εδάφη που είναι λιγότερο ευνοϊκά για την ευδοκίμηση της βελανιδιάς. Σε τέτοια μέρη σχηματίστηκαν πυκνά δάση από πεύκα που διαρκώς επεκτείνονται. Παρ' όλα αυτά, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο γεωγράφος Alfred Phillipson με λύπη του διαπίστωνε μια δραστική μείωση των πευκοδασών και έγραφε σχετικά: " Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η νήσος Σκόπελος θα πρέπει να ήταν σκεπασμένη από άκρη σε άκρη με μεγαλόπρεπα πευκοδάση, με εξαίρεση μόνο τις κατοικημένες περιοχές. Τα ξύλο των πεύκων οι κάτοικοι του νησιού το χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή πλοίων. Όταν όμως σταμάτησαν να ναυπηγούνται ιστιοφόρα καΐκια, οι ντόπιοι στράφηκαν στην κτηνοτροφία, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στα δάση, που μετατράπηκαν σε θαμνότοπους." Όταν το ξύλο έχασε πλέον την οικονομική του αξία για τη ναυπηγική, τα πεύκα άρχισαν να ξεριζώνονται για να δημιουργηθούν βοσκότοποι. Σήμερα όμως υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον από τις δασικές αρχές για τα πευκοδάση. Το ρετσίνι που βγαίνει από τον κορμό του πεύκου χρησιμοποιείται στην παρασκευή της γνωστής ελληνικής ρετσίνας. Η χαμηλή βλάστηση μέσα στα πευκοδάση αποτελείται από θάμνους και αγριόχορτα που συναντά κανείς και στη μακία (θαμνότοπους). Στα αραιά πευκοδάση ανθίζουν την άνοιξη ορχεοειδή, όπως ο όρχις ο ψυχανθής (Orchis papilionacea) και η οφρύς η μέλισσα (Ophrys apifera), και τα δύο γνωστά κοινώς ως σερνικοβότανο. Άλλα είδη κωνοφόρων που συναντώνται στα νησιά των Βορείων Σποράδων είναι τα κυπαρίσσια (Cupressus sempervirens) και τα θαμνοκυπάρισσα (Juniperus phoenicea). Στη φύση τα κυπαρίσσια τα βρίσκουμε σποραδικά, φυτεύονται όμως συχνά σε συστάδες σε κήπους. Το θαμνοκυπάρισσο, που είναι αυτοφυές σχεδόν σε όλα τα νησιά, πρωτοεμφανίστηκε κυρίως ως μεγάλος θάμνος στη μακία. Συστάδες θαμνοκυπάρισσων υπάρχουν στο νησί Σκάντζουρα, όπου σχηματίζουν μικρά δάση και αναπτύσσονται σε δέντρα ύψους αρκετών μέτρων.
Βιβλιογραφία Βόρειες Σποράδες - Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο (Gerald Hau-Claus Peter Hutter)
|